το κείμενο είναι παρμένο απο το blue-planet.gr
Κείμενο: Λέανδρος Κυριακόπουλος
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών, έχουν αναπτυχθεί και δρουν ριζοσπαστικές οικολογικές και φιλοζωικές οργανώσεις που αξιώνουν τις διεκδικήσεις τους μέσω επιθέσεων και τρομοκρατικών ενεργειών. Εμπρησμοί χιονοδρομικών κέντρων και τουριστικών προορισμών, λεηλασίες πανεπιστημιακών και φαρμακευτικών εργαστηρίων με αρπαγή ή καταστροφή της ερευνητικής τους δουλειάς και απελευθέρωση των πειραματόζωων, έχουν επιφέρει μεγάλες ζημιές σε επιστημονικά κέντρα, τεράστιο πονοκέφαλο σε κρατικές αρχές, νέες πρωτοβουλίες και πολιτικές από τις μυστικές υπηρεσίες και την αρχή μιας συζήτησης για το ποιο είναι το πολιτικά ορθό στις προσπάθειες για την προστασία του περιβάλλοντος, ποια θα έπρεπε να είναι τα όρια της νομοθεσίας και τα δικαιώματα των εταιριών μέσα σε αυτήν και για το ποια θέση εν τέλει αποκτά το περιβάλλον μέσα στα όρια του νόμου. Το πολιτικό περιβάλλον μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και ο αυξανόμενος λόγος για τον «ισλαμικό κίνδυνο» μπορεί να επισκίασε τη λεγόμενη «οικοτρομοκρατία», οι δραστηριότητες όμως που συγκαταλέγονται σε αυτήν, την αναδεικνύουν ως την πρώτη εγχώρια τρομοκρατική απειλή για τις Η.Π.Α., τον Καναδά και το Ην. Βασίλειο και την πιο δραστήρια ριζοσπαστική κινηματική δράση που έχει υπάρξει.

Η δεκαετία του 70’ ήταν η αυτή που φανέρωνε την τροπή που θα έπαιρνε ο κόσμος τα επόμενα χρόνια. Τα πρώτα αποτελέσματα των τεχνολογιών της θερμοδυναμικής, της υπολογιστικής κυβερνητικής μηχανικής, της βιογενετικής, της βιολογίας και της χημείας και των δυνατοτήτων που αυτές παρείχαν στην διάνοιξη οικονομικών προοπτικών, παράλληλα με τα πρώτα ισχυρά και αδιαμφισβήτητα δείγματα των περιβαντολλογικών αλλαγών που προοιωνίζουν μέχρι τις μέρες μας ένα εχθρικό για τη βιωσιμότητα του ανθρώπου μέλλον, δημιούργησαν την προοπτική της εικόνας του κόσμου ως επισφαλές οικοσυστήματος και ένα ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τον τρόπο διαχείρησής του. Έγινε όμως φανερό, ότι δεν ήταν όλοι διαθέσιμοι να αντιμετωπίσουν το νεοσύστατο αυτό ζήτημα, με τους όρους μιας πολιτικής ορθότητας και στα όρια της νομοθεσίας. Από εκείνη την περίοδο και έπειτα, εκατοντάδες ομάδες είναι αυτές- κυρίως στις Η.Π.Α. και στο Η.Β.- που συνηγορούν για την προστασία των ζώων και του περιβάλλοντος, έχοντας δημιουργήσει με την πολιτική τους σταδιακές αλλαγές στις νομοθεσίες πολλών κρατών. Πολλοί ακτιβιστές όμως, κινούμενοι στις παρυφές των σκοπών αυτών, δημιούργησαν ένα παράνομο δίκτυο ατόμων δεσμευμένων στην άμεση δράση εκθέτοντας τελικά, όχι μόνο τα όρια των νομοθετικών πλαισίων αλλά και τις ευρύτερες πολιτικές διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα για τη δημιουργία αυτών.
Η παράσταση της Animal Liberation Front.
Το Animal Liberation Front, είναι ένα όνομα που χρησιμοποιείται ευρέως και σε παγκόσμια κλίμακα από κάθε ακτιβιστή που δεσμεύεται σε δράσεις για την παρεμπόδιση της εκμετάλλευσης των ζώων και την σωτηρία τους. Η A.L.F. δηλαδή δε μπορεί να εννοηθεί ως μια σταθερή οργάνωση με αυστηρό καταστατικό και συγκεκριμένα μέλη. Σύμφωνα με την ίδια, “κάθε δράση που αποσκοπεί στην απελευθέρωση ζώων και σέβεται κάθε είδος ζωής παίρνοντας μέτρα για να μην διακινδυνευτεί καμία, μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι της A.L.F.” Η ίδια δηλαδή κατανοεί τον εαυτό της ως μια σύγχρονη απελευθερωτική οργάνωση που απομακρύνει ζώα από εργαστήρια πειραμάτων και φάρμες, φροντίζοντας παράλληλα για την ιατρική τους φροντίδα και για την ασφαλής επιστροφή στο φυσικό τους περιβάλλον. Μικροί πυρήνες που πολλές φορές αποτελούνται και μόνο από ένα άτομο, λειτουργούν μυστικά και ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον, γνωρίζοντας μόνο όσα χρειάζονται για να μπορούν να δρουν. Όπως αναφέρει και ο Robin Webb που διευθύνει το γραφείου τύπου της οργάνωσης στο H.B. “γι’ αυτό η A.L.F. δε μπορεί να διαλυθεί· κανείς δε μπορεί να διεισδύσει ουσιαστικά σε αυτήν. Ο καθένας από εμάς μπορεί να είναι μέσα σε αυτήν.”

Οι σκοποί των δράσεων της A.L.F. έτσι όπως προτείνονται από την ίδια είναι 1) να επιφέρουν οικονομική ζημιά σε όσους βγάζουν κέρδη μέσω της εκμετάλλευσης των ζώων, 2) να απελευθερώνουν ζώα από τόπους κακομεταχείρησης όπως εργαστήρια πειραμάτων και εργοστασιακές φάρμες, 3) να αποκαλύπτουν τις ωμότητες που λαμβάνουν χώρα πίσω από τις κλειδωμένες πόρτες των εταιρειών και 4) να σέβονται κάθε ζωή- ανθρώπινη ή μη- κατά τη διάρκεια των αποστολών, παίρνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα. Για την ίδια, όποια ομάδα ατόμων δρα σύμφωνα με αυτές τις αρχές μπορεί να πάρει το δικαίωμα και να δηλώνει ότι δρα εκ μέρους της. Μπορεί έτσι να γίνει κατανοητό, ότι οι ακτιβιστές της A.L.F. δρουν πέρα από περιορισμούς καταστατικών οργανωτικών χαρτών ή γεωγραφικών συνόρων. Αυτή η αποκέντρωση και η έλλειψη ιεραρχίας είναι που καθιστά δύσκολο τον εντοπισμό τους. Από το 1976 που ιδρύθηκε στο Η.Β., υπάρχουν στις μέρες μας διάφοροι πυρήνες σε περίπου 35 χώρες· από τη Νέα Ζηλανδία και τη Νότιο Αφρική, μέχρι την Τουρκία, το Ισραήλ, τη Ρωσσία και την Ισλανδία.

Αυτή η διασπορά των μελών όμως, δημιουργεί αντιφατικές εκτιμήσεις για τα όρια των δράσεών της, και τα αποτελέσματα αυτών στη δημόσια σφαίρα. Ενώ η αρχική προβολή των Μ.Μ.Ε. συνοδευόταν από έναν εξωτισμό για τις αλτρουιστικές και ειρηνιστικές διαθέσεις της οργάνωσης, αποτέλεσμα των προσπαθειών της για την ελαχιστοποίηση των τραυματισμών στις επιθέσεις της, αργότερα η ίδια «συνειδητοποίησε» ότι θα έπρεπε να υπάρχει ο χώρος για βία ενάντια στους κακομεταχειριστές των ζώων, αφήνοντας έτσι όχι μόνο ανοιχτό το ενδεχόμενο για άλλου είδους επεμβάσεις (κάτι που έγινε και γίνεται κάτω από την ομπρέλλα άλλων οργανώσεων), αλλά και για την εμπλοκή των μυστικών υπηρεσιών που είδαν ότι αυτό που διακυβεύεται ξεφεύγει από τα πλαίσια του πολιτικά διανοητού. Ο Βρετανός ακτιβιστής Keith Mann αναφέρει: “Όλοι θα θέλαμε να πολεμίσουμε για τα δικαιώματα των ζώων στα πλαίσια του νόμου. Δεν μπορεί όμως να γίνει αυτό. Οι άνθρωποι που κυβερνούν αυτή τη χώρα έχουν μετοχές, έχουν κάνει επενδύσεις σε κάθε είδους ερευνητική και φαρμακευτική εταιρία που πειραματίζεται πάνω σε ζώα. Έτσι το να κάνεις μια ειρηνική διαμαρτυρία και να περιμένεις ότι κάτι θα γίνει, είναι απλά ανώφελο.”
Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 80’ η A.L.F. έγινε γνωστή για τα χτυπήματά της στα πανεπιστημιακά εργαστήρια της Πενσυλβάνια και της Καλιφόρνια. Οι ζημιές που έκαναν ξεπερνούσαν τα 100.000 δολάρια και οι αποκαλύψεις που έφεραν στο φως (πειράματα που οδηγούσαν σε μόνιμες εγκεφαλικές βλάβες μπαμπουίνους και εκούσιοι τραυματισμοί σε βρέφοι πιθήκων για παρατηρήσεις πάνω στην ανάρρωση των οργανισμών) οδήγησαν στο κλείσιμο των εργαστηριών και στη διακοπή 8 ερευνητικών προγραμμάτων που θεωρήθηκαν ότι ξέφευγαν από τα νόμιμα πλαίσια των εργαστηριακών πειραματισμών. Ακόμα, βανδαλισμοί σε εργοστάσια γούνας, και σε βιομηχανίες παραγωγής τροφίμων, αλλά και εμπρησμοί σε αγορές κρεάτων και καταστήματα ρούχων. Τα πιο σημαντικά γεγονότα όμως που έστρεψαν την προσοχή των μυστικών υπηρεσιών πάνω τους και συντέλεσαν στο να θεωρηθούν ως απειλή για την εθνική ασφάλεια έγιναν στη δεκαετία του 90’ με τον εμπρησμό του κτηνιατρικού φαρμακευτικού κέντρου του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια που προκάλεσε ζημιά ύψους 3.5 εκατ. δολαρίων, τον εμπρησμό των εγκαταστάσεων ενός φυτώριου αλόγων κούρσας στο Oregon και την επίθεση στις εγκαταστάσεις της εταιρίας κατεψυγμένων τροφίμων Florida Veal Processors. Από τότε και έπειτα σκληραίνει τόσο η στάση των οικοακτιβιστών (οι οποίοι δημιούργησαν άλλες πιο ριζοσπαστικές ομάδες- όπως τις Earth Liberation Front, Animal Rights Militia και Stop Huntingdon Animal Cruelty), όσο και η στάση των μυστικών υπηρεσιών που άνοιξαν συγκεκριμένα χρηματοδοτούμενα προγράμματα για την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων τους (αναφέρεται ενδεικτικά το Operation Backfire).
Το θέατρο του παραλόγου και η παραδοξότητα του νόμου.
Πίσω από την ανάληψη των επιχείρησεων του F.B.I. και της Interpol εναντίων των οικοακτιβιστών, βρίσκεται το προσωπείο μιας απλής ηθικής που αφορά τον κίνδυνο για την απώλεια ανθρώπινων ζωών και την καταστροφή των εργαστηρίων και των πολύχρονων ερευνητικών εργασιών τους. Στη συμπάθεια που τρέφεται στη δημόσια σφαίρα για τους σκοπούς της A.L.F. δηλαδή και παράλληλα με τις προσπάθειες της ίδιας να ξεφύγει από το απλοϊκό και επικίνδυνο στερεότυπο της τρομοκρατίας, καλλιεργείται μια εικόνα για αυτήν που στηρίζεται στο ρίσκο του τραυματισμού που ενέχει μια επίθεση και στις οικονομικές ζημιές από τις παράνομες δράσεις. Ένω δηλαδή η εικόνα του πληγωμένου ζώου από τις καταχρήσεις των εργαστηριακών κέντρων και των εταιριών, γίνεται εφαλτήριο για την αποκάλυψη μιας απάνθρωπης νομοθεσίας που οριοθετεί τα πάντα με γνώμονα το κέρδος, η εικόνα μιας επικίνδυνης οργάνωσης, προσφέρει τον επανακαθορισμό της νομοθεσίας ως πλαισίου συζήτησης, απαραίτητου για την προστασία των πολιτών και των δικαιωμάτων τους.

Έτσι λοιπόν μέσα από κρατικούς και δημόσιους θεσμούς γίνεται μεγάλη προσπάθεια να διατηρηθεί η συζήτηση των οικολογικών καταστροφών και τις εκμετάλλευσης των ζώων στα πλαίσια του νόμου. Η «κοινωνική πρόνοια» για τα ζώα ούτως ή άλλως, αποτελεί μια δημοφιλή υπόθεση που μαρτυρεί ως απάνθρωπους αυτούς που δεν αποδέχονται την αναγκαιότητά της. Η δημιουργία πολλών υποστηρικτικών οργανώσεων για τα ζώα τα φανερώνει αυτό αβίαστα. Και η ίδια αυτή δημοτικότητα και κοινωνική αποδοχή των οικολογικών προβλημάτων τα καθιστά τα ίδια, μια κοινωνική τάση που προ(σ)καλεί ψηφοφόρους και γονιμοποιεί το έδαφος για νέα νομοθετικά πλαίσια που όχι μόνο θα αξιώνουν την προστασία των ζώων αλλά θα διαχωρίζουν και τις ακραίες βίαιες τάσεις. Στο πλαίσιο του νόμου, η προστασία των ζώων κινείται παράλληλα με τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών και την ευρωστία τους, την οικονομική ανάπτυξη των κρατών και τη διατήρηση του ήδη υπάρχοντος κοινωνικού και πολιτικού ιστού. Και στο «πολιτικά ορθό» πρέπει να υπάρχει πάντα προσοχή ώστε να αποφεύγονται οι υπερβολές, και επαγρύπνηση ώστε να μην υπάρχει κατάχρηση της εξουσίας. Οι πράξεις βανδαλισμού και τρομοκρατίας έτσι, δεν γίνεται παρά να μην αναφέρονται ως προσβολή των δημοκρατικών αρχών και της αρχής του νόμου.
Είναι όμως γνωστό ότι η υπάρχουσα νομοθεσία τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Η.Π.Α. και τον Καναδά όχι μόνο ευνοεί και διευκολύνει τις φαρμακευτικές και ερευνητικές εταιρείες αλλά και υποχρεώνει και τα άσυλα προστασίας ζώων να παραδίδουν τα αδέσποτα ζώα για πειράματα (περισσότερα από 1 εκατ. γάτες και σκύλοι το χρόνο παραδίδονται σε ερευνητικά κέντρα). Είναι γνωστή επίσης η εύνοια ακόμα και σε επίπεδο νομοθετικών ρυθμίσεων από τις εκάστοτε κυβερνήσεις που επιζητούν την οικονομική ανάπτυξη, προς τα ενεργιακά βιομηχανικά μπλοκ, τις τουριστικές επιχειρήσεις και τις εταιρίες κατασκευών. Έτσι ενώ οι νόμιμες οικολογικές και φιλοζωικές κινητοποιήσεις κερδίζουν υποστήριξη λόγο της ηθικής που εγκολπώνονται, συγχρόνως βρίσκονται σε ένα νομικό πλαίσιο που τις επιτρέπει να συνυπάρχουν παρέα με τις αναπτυσσιακές αξιώσεις των εταιριών. Τότε όμως μήπως αναδημιουργείται το πλαίσιο για να ανθίσει η οικοτρομοκρατία; Γιατί αν αυτοί που εμπλέκονται με ακραία ριζοσπαστικές δράσεις κατανοούν με κάποιο τρόπο αυτήν την παραδοξότητα του νόμου (την αδυναμία του- παρά την «θέλησή» του- να αλλάξει ριζικά τον κόσμο), τότε είναι λογικό να δεσμεύονται οι ίδιοι σε αυτόν τον σκοπό. Το μέλημα όμως και για αυτούς δεν είναι παρά να «ανοίξουν» τα όρια του νόμου. Δηλαδή να περιληφθούν ρυθμίσεις ευνοϊκές για τα ζώα και αυστηρές ποινές για τις εταιρίες που δε συμμορφώνονται με αυτές.

Πόσο παράδοξο όμως μπορεί να φαίνεται και αυτό; Οργανώσεις να λειτουργούν πέρα και ενάντια στα όρια του νόμου, προωθόντας και καταφέρνοντας αλλαγές σε αυτά. Και μέσα από αυτήν την σχέση που επιτρέπει στην τρομοκρατία να ανθίσει (ή που δίνει το δικαίωμα σε άτομα να αναλάβουν δράσεις για μια- ευνοούμενη από την νομοθεσία- αδικία), αφήνεται χώρος για μιαν άλλην να ευοδώσει: αύξηση της βίας και των επιθέσων από τη μία πλευρά και περισσότερα μέτρα για την προστασία των οικονομικών και πολιτικών δικαιωμάτων από την άλλη. Πως όμως είναι δυνατόν να κλείσει ένας κύκλος, όταν ο ίδιος ανατροφοδοτείται; Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι παρά τα όρια του νόμου. Διακυβεύεται αυτό που βρίσκεται εντός και αυτό που βρίσκεται εκτός από τα όρια του νόμου. Ποιες διαδικασίες γίνονται μέσα στα όρια του νόμου που καθορίζουν αυτό που είναι νόμος; Μέχρι που φτάνουν τα μάτια της δημόσιας σφαίρας ώστε να πειστεί η ίδια για αυτό που θα έπρεπε να είναι νόμος; Και ποια είναι η νομική θέση των εταιριών που ενώ ευνοούνται από τη νομοθεσία, δηλώνουν ψευδή στοιχεία είτε για να αποφύγουν κάποιες κυρώσεις είτε για να δημιουργήσουν εντυπώσεις υπέρ αυτών; Και ποια η πολιτική θέση των μυστικών υπηρεσιών που αναλαμβάνουν υποθέσεις εκφοβισμού των οικοακτιβιστών (βλέπε δράσεις Greenscare) και δυσφήμισης των δράσεών τους, ώστε να προωθηθεί η ευρύτατη πλέον οικολογική κίνηση σε μία νομιμότητα; Όπως αναφέρθηκε και πιο πριν σε άλλο όμως πλαίσιο, προσοχή χρειάζεται για να αποφευχθούν οι υπερβολές αλλά και εγρήγορση ώστε να γίνεται κατανοητό το πώς γίνεται διαχειρήσιμος ο νόμος.